Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

αισθήσεις παραίσθησης



λάθος το μολύβι στα στενά των
ματιών / με ασπρόμαυρη ομίχλη χάνεται η ταυτότητα / στο χέρι μου ο επίδεσμος
ξέφτισε από τις πλύσεις / και το αίμα ξεράθηκε στη φαντασία μου. / φτύνω αίμα –
το στόμα πάντα ξερνάει κόκκινο. /  άλλο
ένα χτύπημα στην πόρτα -  / πισωγύρισε
αντίλαλος και / δεν έχω ρεματιά. / όλες συμπλήρωσαν το παζλ της ζωής μου - . /
δεν κοιμάμαι εδώ και καιρό. / νομίζεις ότι με ξυπνάς, μα / εγώ περιμένω ακόμη.
/ υπήρχαν στ’ αλήθεια μολύβια στον κόσμο μου -;- / συνειδητή απορία, που / πίσω
τη στέλνω / στο παρελθόν σιωπηρό του μυαλού μου. / με ΄λέγαν κάποτε χίλιες
φωνές, / τώρα κανείς δε με λέει και κάπου τρομάζω. / ταχτοποιώ τον κάδο
απορριμμάτων - / στιγμιότυπα κάποια απ’ τα δάχτυλα των ποδιών μου, / μη
νομίσεις πως φεύγω ανοικοκύρευτα. / οι κλήσεις έχουν πνιγεί στη θέλησή μου. /
κάποιες που δραπετεύουν / με καλούν θεό και μειδιώ. / προχθές τοιχοκολλήθηκα
κάπως πρόχειρα / από ΄να κρεμασμένο φυλαχτό. / θυμάμαι τις υποσχέσεις όλων. /
χαλί που τραβήχτηκε κάτω απ’ τα πόδια μου, / κι εγώ που ήθελα να είμαι
απροειδοποίητος πάντα - / για να βρίσκομαι, έστω / κι ανώνυμος, / κι ας μην
κόλλησα μπρίκια ποτέ. / τόσο που τ’ άκουσα, / τόσο πίστευα. / μου έμειναν τα
μπρίκια, / κι η κόλλα υγρή / να κυλάει στα μάτια μου. / το μολύβι δεν υπήρξε
ποτέ. / προϊόν της δίψας μου εντέλει. / εντέλει παίρνει να φθινοπωριάζει. / πάντα
Σεπτέμβρης, κι ακόμη εδώ.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

βρεγμένα λόγια



για ΄κείνες τις βροχές, που
ξεπουλιούνται στα παζάρια των λιμανιών / βροχές κοριτσόπουλα / που τρέμουν κάτω
από τον κρεμασμένο / που φορούσε παντελόνια / όταν ανέδειξε τις σιωπές - / - δεν κράτησα ποτέ ομπρέλα για ΄κεινες. / κι αν με γελάς, / που βρεγμένος κρέμομαι / είσαι τόσο ελάχιστο οδυνηρό τίποτα / που κι οι νεκροί δε σ' αναγνωρίζουν -.


γεύση χωμάτινη έχουν οι θνητοί με κράμα νερού. τα λιμάνια, όμως, αγιοποιούνται,
όταν οι πόρνες ερωτεύτηκαν το αβέβαιο χάος τους, και τυρράνησαν θανατηφόρα τις νύχτες ονείρων, που λάθεψαν οι μυστικοί -μυστικό το λιμάνι,  κι αν τα χέρια του, κάποτε, δείχνουν να λαθεύουν, δε λαθεύει η ματιά του. έτσι, ανθρωπάκι παίξε κι άλλο -!- στο κρυφτό είναι άσσοι οι μυστικοί. στα νάζια δε και στις τρικλοποδιές, φέγγουν αγέρωχα. πάμε για φαγητό κάτω απ' το φεγγάρι. καλή μας όρεξη. πίνω νερό αλμυρό. μου διατηρεί τις καταβολές μου.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

ο μονόλογος του περατάρη



γυμνός από κορμί / ερωτεύομαι
Σάρκα κόσμιων κόσμων / πώς να ορίσω τα φιλιά μου εδώ / όταν τα χείλη τους -
μαχαίρια με σφάζουν -;- / όμως, μ' αυτά πορεύομαι / σε κακόφημα ξενύχτια
δηλητηριάζομαι / την επόμενη νύχτα να είμαι έτοιμος / με τα κορίτσια του δρόμου
τ' άμαθα / να κάνω καράβι φυγής.




επικαλούμαι το θανατο / ανάμεσα σε θανάτους ζω πατρίδα / άρμα φωτός
ξενητεύομαι, με σπίθα μάτι /..έρχονται τα νερά καταιγίδα στη σκέπη μου. / μένω
αταβάνιαστο φυλαχτό οργής. / θέλω να ταξιδέψω στο χώμα και φτάνω στο άπειρο.



δεν έχει
νέο. δεν έχει παλιό. δεν έχει τόπο. παύω ν' αναζητώ. νεκρώνω το χρόνο, και,
πάλι ύδατα - απ' του πουθενά το πάντα. δεν έχει τέλος η οδός. εντέλει θρυμματίζομαι.
έτσι, ως περαστικός, και βυθισμένος. γι' αυτό αργούν οι άναρχοι να μου
μιλήσουν. τους κάνω κόλπα κι εγώ. τους παίζω και τους κρύβομαι.



ο πόλεμος σφυρίζει. τον ακούς;
φοβούνται οι ανάσες και κρύβονται. μα όρκο έχω δώσει τιμής απ' τα παιδικά μου:
ετούτον τον πόλεμο θα τον λύσω με σφύριγμα πνοής δικής μου. είναι πλατύς ο
βυθός της φωτιάς


είμαι
εκείνος ο βλαμμένος σχοινοβάτης, μοιάζω παράταιρος. δεν έχω χέρια. καήκανε στα
πάθη. μόνο τιμή κρατώ κι ισορροπώ ένα σκισμένο δέρμα, απ τα φρικιά που τρώνε τη
λάσπη μου. άστρο δεν έχω. σκόνη καταπίνω. σκόνη ξερή. με σκόνη τρέφομαι. με
κρατούν, δυο κουρέλια δάκρυα, που πλάστηκε η αθωότητά μου. ..κι εκείνο το
κορίτσι..που τρόμαξε από τον κεραυνό, κάποιο βράδυ στον παράδεισο. γυρεύω το
κορίτσι. και πες με ό,τι θέλεις.. κι ας λένε, ό,τι πουν.



κι είμαι ο Μέγας Αλήτης των αιώνων.
τρομάζουν οι άνθρωποι όταν με βλέπουν. γίνομαι ίσκιος της σκιάς μου. ίσκιος
στον τοίχο μου. τέσσερεις τοίχοι. ο ένας με κρατά. οι τρεις σκοντάφτουν στο Ένα
μου
·  έτσι, μπορώ να
εξιστορώ τ' ανείπωτά μου

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

τσούλα η εποχή

εντάξει. συνηθίσαμε - μπορεί και να μη μας
νοιάζει. ο Big Brother πάντα εμπνέει, εξάλλου πολλούς. διαστροφική
εποχή. εμείς το μάθαμε. ζούμε στην εποχή της κλειδαρότρυπας. γι' αυτό
και μένουμε άπραγοι ουσιαστικά. κι ύστερα λες, πως όλα δρόμος, κι ό,τι άλλο λαλούν οι ποιητές.

φανταστικές ζωές, σε μαύρες ρουφήχτρες του άδειου, ή και της τρέλας. κι
όταν λέω, για τρέλα, τρέλα τρέλα εννοώ. υποδυόμαστε. εικονιζόμαστε.
αυνανιζόμαστε εικονισματικά. παραμυθιαζόμαστε. συμβουλεύουμε. αγαπάμε.
συμμετέχουμε εξ αποστάσεως. και πόρτες βροντούν. και παραθύρια κλειστά.
όλα με "τηλεπάθεια". μα πάντα μια κλειδαρότρυπα υπερτερεί. είπα και
πριν: η εποχή της κλειδαρότρυπας - κάτι σαν σκουληκότρυπας.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

..αυτό..

συλλογίζομαι τα σκυλιά που δαγκώνουν.
μαθαίνω μαζί τους. οφελεί την ανατροπή μου.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ώρες νεκρές















Όλα δέθηκαν σ’ ένα καρφί  φαγωμένο
απόγιομα γιορτής
Γι’ αυτό κι οι δείκτες
περιφέρονται επιτακτικά –
δούλοι αρμαγεδώνα,
κι απόκληρα παιδιά της νύχτας
που χρεμετίζει γύρω μου
και μέσα μου φεγγάρι
π’ αντανακλά λατρεία
ατσάλινων εποχών.
Με δέρμα, ισχνός τρέμω
απ’ τις κονιορτοποιημένες κραυγές
των σφαγίων
Περιβάλλομαι περιβάλλον κρησφύγετου
και λαχταρούν οι βοριάδες απόδραση
Όμως ξεπλέκω και ξεπλέκω δειλινά
να καθρεφτίσω τα χρώματα -
αντίσταση στην ευθανασία των απορημένων
Ένας αυτόχειρας ξενυχτά
μετρώντας ασταμάτητα
τα δάχτυλα των ποδιών μου
Κάποτε, που πέτρωσαν τα πόδια μου
απ’ τη λεηλασία
 - φωτογραφία στο κελί των αθανάτων -
είχα τη μνήμη του καρφιού,
στη φαγωμένη έκδοση του παλιατζίδικου
Κι εκεί αναισθητοποίησα την Ιστορία
για να ξυστεί το επίχρισμα,
τα σωθικά της ν’ αρχίσουν να δείχνουν
σε μαθητικά θρανία, έξω στα περβόλια,
ν’ ανασυνταχτούν τα γράμματα -
μικρές στιγμές με το μεγαλείο των λύκων
που πήραν σβάρνα τα βουνά
ξεχασμένων αρχείων
Έτσι, κάποιοι αλαλιάζουν στην πανσέληνο,
κι εγώ τρέχω να θερίσω θρήνους.
Κάτω η φύση άδειασε να γεμίζει σφυρίγματα
Και πάνω η σκέψη, ένα σαξόφωνο
να τρυπάει τα κύματα.
Τι έχεις και δεν άκουσες -;-
Ένα καρφί λυγάει και γέρνει η σταύρωση.
Δεν τελειώνει ο γυρισμός.
Επιστρέφω.
Πέντε – δέκα στροφές και φτάνω.
Το κατάστημα είναι πάντα ανοικτό,
σαν περίπτερο που τρέλανε τα εικοσιτετράωρα.


χρώμα αλμυρό
















Ένα κορίτσι βιασμένο ανιχνεύω
με χείλη κρεμασμένα φυγή ολέθρου
Πανικός σε εγρήγορση
Απομόνωση τρελή
Απύθμενης κουφάλας σε πυρετό απόγνωσης
Να γίνει το νεφέλωμα βροχή
Με τρύπιες στέγες να γυρίζει μια άβυσσος
Απ τις στεριές που λήστεψε ο Ποσειδώνας
Να φτύσει ροή και κόσμο άμετρο
Σε αρμονία μυθική καβάλα η τρίαινα
Σ έναν καιρό που βουλιάζει
Στα χέρια μου σφιγμένα μυστικά ∙
Λούκια, κλειδιά, στο χάος φως
Κι ενώ εκείνη παραμιλά για πυρετό
Ξεδιπλώνω το πέρα υγρό
Από έγκατα επώδυνα
Φυλακών υψίστης ασφαλείας
Αφέλεια των περαστικών
Να μην αγγίξουν το κάστρο μου ∙
Ένα βαρέλι νερό
Και το ποτήρι μου.
Δαγκώνω το ποτήρι με λύσσα
Τινάζω αίμα στα μαλλιά της –
Περιθώριο σε παρόντα καιρό
Και φιλί Ζωής ∙
Δυο ανάσες, κόκκινο
Και μαύρο πνιχτό χαμόγελο –
Καταπώς μαίνεται στους ξενιτεμένους.