Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

αμαρτίες νεκρών


































Όταν πέθανε
άρχισε να γαβγίζει το αίμα μου -
συλλαλητήριο στη σιωπή -
Δάγκωσα και το κόκαλο,
για ΄κείνο το θείο κλάμα
που ειρωνεύτηκαν οι αμαρτίες των νεκρών
Μεγάλης Παρασκευής ανάστημα
Κι όταν το "σ' αγαπώ" ανιχνεύτηκε στις φλέβες μου
πριόνισα το αίμα μου
να σε κρύψω για πάντα
μυστική συμφωνία στο μέγαρο της κόλασης
και τα σκυλιά σιωπούσαν.
Απ' τους αγέρωχους ουρανούς
έτρεχε βροχή στα χέρια μου -
παράθυρο στο κενό
που αποδείχτηκε μάταιο
στο λεκτικό σου υπερφίαλο
να μην υπάρχεις, και
γαβγίζω κι εγώ -
το μόνο που μπορώ
να φυλώ τη μνήμη
για να βρίσκεσαι τη νύχτα
στο δάσος
μέρα βροχής σε κέντρο ασπρόμαυρο
και να καπνίζω αποχωρισμό._

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

..λέω._
















το μοναδικό ψέμα είναι η "γνώση", που αιώνες μας παρέχει το άθλιο σύστημα, για να μειώσει το μπόι μας και ν' αυξήσει τη σκλαβιά μας.
..όλα τα άλλα, είναι απόρροιες της μούφας που μας πότισαν.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

" γελάω, μωρό μου..." (στης καρδιάς μου, τη Μαρίνα τη Γκάτσου)


























Αφιερωμένο σε ΄Σένα Μαρίνα, που έφυγες..κι εγώ δεν έμαθα..κι εκεί δεν ήμουν στο σταθμό να σ' αποχαιρετήσω...

...ήρθα αργά...;

"Να γελάς θέλω, ρε μαλάκα!..."
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πώς κλαίει η ψυχή μου...
Άκου πως γελάει κλαίγοντας
Να γελάς θέλω, ρε!!!
Μαλάκα, γέλα!
Γελάω Μαρίνα
κλαίω στην ακροθαλασσιά
Εκεί, μωρό μου,
που σκάει ένα κύμα
και δυό
κι αμέτρητα κύματα
που σκάνε σα χαμόγελο
κάτω απ' τα σκέλια
μιας πουτάνας Αφροδίτης
που πλημμύρισαν με αίμα
και στράγγιξε
πάνω στα μυαλά μας
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πως γελούν
τα ματωμένα μυαλά μας
και πονάω ρε, μαλάκα!
..εγώ - Η Φωτιά Σου, κι ο Αγέρας Σου  - θυμάσαι που μ' έλεγες.. - ; -

Προμηθεύς Πυρφόρος κι Ευαγγελία Πατεράκη - που οι στιγμές με προσπέρασαν..

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Τα χρέη των ζωών μου






















Κάποτε
Θα γεννηθώ.
Δε θα το καταλάβεις
Γιατί θα στάξω
Σα χειμωνιά
Στους κροτάφους
Των λεπτών
Και πάσαι αι γενεαί
Σα μοίρες
Θα ΄ρθούν
Να μου ζητήσουν
Τα δανεικά τους –
Κάτι δεκανίκια
Ένα σπίρτο καμμένο –
Ανάμνηση ανάστασης –
Και δυο τάλιρα
Για την μέχρι τώρα αρωγή των –
Πριν τον … εκσυγχρονισμό
Που πέταξαν στους ανθρώπους
Θα θελήσω να τους επιστρέψω
Τις παγκόσμιες γιορτές –
Αλλιώς έξω
Και μέσα αλλιώς –
Τι να τις κάνει ένα νεογέννητο -;-
Δε θα τις παίρνουν
Το γνωρίζω –
Γκόμενες πολυτελείας
Με ξένες γλώσσες και
Επεμβάσεις πλαστικές -
Πρέπει να λάβω τα
Μέτρα μου γι’ αυτό..
Στο τέλος
Θα περισσέψουν τα
Πόδια μου
Θα βουλιάζουν πάντα
Και θα μειώνεται το ανάστημα –
Να μάθω να βαδίζω
Με τα χέρια -
Το βιολί μου θα
Συγχρονιστεί με
Το χώμα επιτέλους
Κάποτε, θα
Γεννηθώ ξανά
Θα είναι η
Μέρα που
Η βροχή θα τρέμει
Απ’ την υγρασία των
Αισθήσεών της
Κι εγώ θα πρέπει ν’
Ακροβατήσω
Στο Άλφα
Τοποθετώντας το
Μπροστά απ’ όλες
Τις εξουσίες
Και τις αρχές
Των λαβωμένων εαυτών μου
Πάσαι αι γενεαί
Θα φύγουν αδιάβαστες
Από το συναξάρι
Των ζωών μου
Τόσα που μου πρόσφεραν
Χίλια θα πάρουν
Χρόνια στην εντατική
του νοσοκομείου
έμαθα καλά τους
νόμους του εκσυγχρονισμού..
Τότε θα με δω
Στο πριν
συννεφιασμένο
Να προσπαθώ το μέσα
Έξω να φέρω –
Έξω να είμαι στα παραπήγματα
Και να ψάχνω με δίψα για
Οβολούς
Που δε μ’ άφησαν να ταξιδέψω
Πριν τους επιστρέψω
Τους δανεικούς που γύρεψα
Για μια αγάπη να ΄χω..
Και τότε
Θα πρέπει να καταδώσω
Τις παραισθήσεις μου
Μάλλον και
Να πυροβολήσω
Γιατί…
Έξω αλλιώς
Και μέσα…άλλα
Μετά απ’ αυτά
Θα φύγω
Και δε θα γεννηθώ ποτέ ξανά
Και πάσαι αι γενεαί
Δε θα προσμένουν τίποτα
Από μένα
άλλο..

(επειδή, απόψε, θυμήθηκα τη μοναχική μου πορεία αντίστασης στο κατεστημένο των γελοίων παγκόσμιων γιορτών - σαν άρτο και θεάματα που μας ..πέταξαν οι ..άρχοντες που μας δολοφονούν, και πόσο κορόιδα πιάνονται οι συνάνθρωποί μας και..γιορτάζουν με δίχως νου)


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

τα δώρα












Την ώρα που ξεμύτισαν
τα δάχτυλα στις παλάμες μου
χαρακτηρίστηκα Αγύριστος,
με διάγνωση ολοταχώς
στην απόπειρα των δολοφόνων μου
Η περισπωμένη γλώσσα σου
στο διαμελισμό του κρανίου μου
μου δώρισε την αλησμοσύνη του νου
και το μυαλό μου έγινε ράγες και
παράθυρο
Στις άγριες ομίχλες
επιμένω νεκρός -
έτσι μπορώ να οδεύω  συνεχώς
Στα λεπτά της πλημμύρας
διασπώμαι σε νεύμα
και δάκρυ,
σαν άκρη που δε βρέθηκε
από κανέναν καιρό
Κι όταν ο Δάσκαλος
μου δώρισε τον κήπο
βουτηγμένο σε εύφλεκτο υλικό -
βενζίνη και οινόπνευμα -
κράτησα το κρασί και το γκάζι
χαρίζοντάς σου τ' αμπέλι
απ' τον κοιτώνα τον προσφυγικό
της Σμύρνης που καιγότανε
Την εποχή εκείνη,
τότε που σ' αγάπησα,
ο περίπτερος εαυτός μου
ήταν χρόνια σφαγιασμένος
από δόγματα και δοξασίες,
κι έτσι η κλίνη, τα σκεπάσματα
και το περίβλημα των βοηθειών
με απέβαλε εν θερμώ.
Κι έχει ένα κρύο γύρω στον κόσμο..!
Σφίξε το παράθυρο
μην παγώσεις.. -!-

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ένα κατσαρόλι πλην

























«Eίμαι» λοιπόν
στο κενό που θριάμβευε το τίποτά μου
στην απαλλοτρίωση του χρόνου –
πλαστική πορεία, να λένε ότι στέκουν -
και πάνε κι έρχονται.
Σου λέω: «Δεν υπήρξα ποτέ μου. Μόνο φαινόμουν.»
Δεν ξέρω, αν ένιωσες την οδύνη του τίποτα
να κρέμεται στο κενό
και να καταρρίπτεται το σύμπαν του μαύρου.
Δεν ήξερα τίποτα, σου λέω.
Δεν έβλεπα. Δεν απόκτησα μάτια.
Άμορφο το πρόσωπο χλευάζει
τις μορφές στις βιτρίνες που στέκονται
και κιτρινίζουν τις στιγμές,
που αιωρούνται στα πακεταρισμένα συντρίμμια
που μιλιόνται «άνθρωποι» και «φίλοι»
Οι ίδιοι σχόλασαν απ’ απόψε μου
που είναι πάντα χθες και αύριο,
το πρωί με τις Αυγές των προσώπων.
Υπήρξα, σε όνειρο, φυγόκεντρος στιγμιαία
γι’ αυτό απήγαγα το χάος
και, ξεχάστηκα νωρίς
Δε με κράζουν οι θύελλες.
Δε με αποκαλούν.
Στα συσσίτια ένα κατσαρόλι μείον
Ένα ψωμί πλην.
Δεν τους γυρεύω κι εγώ.
Αρνήθηκα τη σειρά
ακόμη και τις στάμπες στο μέτωπο
γι’ αυτό χάσκει πάντα μια θέση
στο τρένο που τρελάθηκε
και ιππεύει επιβάτες.
Αφού, κι Εσύ δεν είσαι
και στα τυφλά μαζεύω μαργαρίτες,
να λείψει κάτι απ’ το τραπέζι.
Ας πουν ότι δείπνησα κι εγώ μαζί τους
κι ας ξεπλυθούν μετά
να πέσουν μαχαίρια
οι απόψεις τους
Ας πουν, ότι αυτοί ήταν όλοι εκεί._

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

λίγο πριν





























Λογίζομαι μνήμες / Αδέσποτοι καθρέφτες που / μετρούν τις παιδικές μου γωνίες, αφού / η φήμη μου, ν’ αποστρέφομαι κύκλους / άγγιξε το σύμπαν της ανακωχής μου με τη ζωή. / Και μετρώ πέτρες - / τα πόδια μου όλα - / από τις αρχαιότερες φωτιές. / Κάθε που αγγίζω τις γλώσσες τους / τα χείλη σου στάζουν πυρετό στους θυρεούς μου / κι ο σαματάς της σιωπής, / η βοή της πέτρας, / η φωνή σου / βραχυκυκλώνουν τ’ ακουστικά μου. / Ηχητικά μαύρος / Ικέτης των αρμών σου - / ανυποχώρητο κύμα σ’ ανυποχώρητο βράχο, - και / το πέρασμα στις οπές των λεπτών / που έχουν τη διαχρονικότητα της κλοπής / μιας ματιάς σου / με την υφή αρμυρή από τη θέση της απουσίας σου. / Ξυράφια στις χούφτες μου / τα όπλα του φιλιού, / με το νου στο χρώμα των ακουσμάτων σου. / Η γωνία στο μηδέν και / το κύμα στο λυμένο του χειρόφρενου, / πριν ο βράχος βραδιάσει._