Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

αγώνας δρόμου



Με ξεπέρασε το καλοκαίρι
σε απόψε του χρόνου
με κυρτά δάχτυλα
Να ψαχουλεύει το μυαλό μου
για ωροδείχτες ιστία
των σάπιων μεσημεριών
τις παλίρροιες του κορμιού
Και τερματίζω άυλος
από σαρκοβόρα σκέψη λειψός
σε ακτή ναρκοπέδιο
κυνηγημένος από πουτάνες
στα μισά επιπέδων
που περιφέρονται καπνοί
μπαγιάτικων λιβανιών
Και τα νύχια
να ξύνουν τη φαιά μου
τα απογεύματα των ημερών.

Τόσο νωπά τα θραύσματα
της νύχτας
στο κοιμητήρι των θεών
που ξυπόλητοι ανέτειλαν
Τρεις -
σαν τρεις του ξημερώματος –
και ξάφνιασαν το άστυ
με το εκατό να γυρίζει
σφυρίζοντας
στα φασιστικά συνθήματα
των γήινων αγορών.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

σφυγμοί λυγμών



Με όρθιους σφυγμούς
αναζητώ λύτρωση
βυθισμένων πλανητών
Αποκύημα όνειδους
από κραυγή διαπεραστική
παιχνιδιών παιδικών
τιτάνων που αναλήφθηκαν
δίχως να γελάσουν.
Σε στιγμές προσφώνησης
στα προσκλητήρια των οάσεων
οι ήλιοι μίκραιναν,
κι ο χαμός αρπάζονταν
όσο βυθίζονταν οι άγκυρες
με σκισμένα καλσόν –
δίχτυα που σκάλωσαν
σε στροφές ρεμπέτικες
αργής ιερουργίας –
κι οι γκόμενες θρηνούσαν
στο χορό που πάγιαζε
πολιτεία μαστουρωμένη
στο περβάζι της αμαρτίας,
με γόπες και παρεκτροπή –
ανίατη οσμή
κυρτών βλεμμάτων
από βλήματα παγκοσμίων
των τότε χρόνων
που άχρονοι καθιερώνονται
στον απόπλου μιας τελείας
σε βίους δαιμόνων
και παραλλαγών ζωής.
Οι περιπέτειες που δεν άρχισαν
και δεν τέλεψαν ποτέ,
κι αν αμφισβητούνται,
επιπλέουν συμπαγείς.
Τ’ αστέρι με χαράζει αλήτη
που πίστεψα το νοτιά
και οι κυνόδοντες –
μαρμάρινα φτερά –
τινάζουν τους αιώνες
στο στήθος της
μικρής μου πόρνης
που άγιασε την αμαρτία.
Και τρελαίνομαι
στον απόλυτο ουρλιαχτό
ανένταχτος σε εντολές
προδομένος δότης
με ψέμα ρολόι
και ματωμένες προσευχές.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

απειρίζοντα πιστεύω

















δυο τα στρατόπεδα. δυο οι καημοί. στο τρία
ανεβαίνεις φλεγόμενος όταν σμίξεις με το δάκρυ ή, πέφτεις στο χάος και
τσακίζεσαι αν τρομάξεις στην αρμύρα.
οι αναλώσιμοι πολλοί στο ανάμεσα - σαν καταδότες της αιώνιας μάχης - ανώνυμα καίγονται στη μέση των κάστρων.
άσπρο - μαύρο οι λυγμοί. κρατώ πολεμίστρα φιλί στο απέναντι μαύρο της ενοχής σας.
όσο το αντί μου στενάζει απ' τις βολές των φιλιών μου, τόσο ξεντύνομαι τη θνητότητα της Γης. εξυψούμαι κραυγή απειρίζουσα στο ατέρμονο πέρα, με την απόλυτη
δυαδικότητα των βροντών, κι οι πύλες ορθάνοιχτες αγκαλιές σε πλεύσεις
ξωτικών μεγαλείων.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

επικίνδυνα φθινόπωρα














Κυκλοφορώ επικίνδυνος, σε όνειρο ανοχύρωτης αξίας
Με περγαμηνές αόρατες σε κοινούς βραχείας σύνδεσης
Επιτρέψτε μου, να υπάρχω ορατός πάντων
Σα συντριβή αεροπλάνου με ανεπιβεβαίωτο αριθμό νεκρών επιβατών
Κι αν δε μου επιτρέψετε, θα κινούμαι πασιφανώς νεκρός.
Δίχως συντήρηση τρομακτικός
Με αντίο ψιθυριστό, σαν ρέμβη φθινοπώρου.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

το κεντρί



έμεινες στο "εδώ", ψελλίζοντας ένα συναρπαστικό "εκεί",
με γεύση "καλά", κι απόπειρα "ίσως"
και ματαιώθηκες λησμονημένος σε τρομαγμένα "θέλω".
..φταίει, ίσως, που οι μέλισσες κι οι σφήκες ανταρτεύουν με κεντρί. _

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

μνήμες

μόνο οι μνήμες, μου στέκονται αγέρωχα. / οι μνήμες με θάβουν. / οι μνήμες με λιβανίζουν χλευαστικά. / ακόμη κι η βροχή, που τόσο λάτρεψα, αυτή η πιο πιστή πουτάνα μου, στο μνήμα μου επάνω, σοδομίζει ξανά στην απουσία της σάρκας - κι ας λιώνουν τα σίδερα έξω στον άκοσμο.
πρόσβαση ακόμη στις αμαρτίες μου η βροχή, κι έχει τη δύναμη να καταρρέει και τον τάφο μου.
ούτε εκεί δεν έχω φωλιά. οι τόποι, παρά την φύση, αμαρτάνουν μαζί μου άτοπα.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

κρυφές φυσικές

"όταν κοιτάς τον ουρανό, τα χρόνια δεν περνούν" (Λιλή Ζωγράφου)

Ανάποδα Ορώ Λόγια, για δράση εβδόμη -
ασυντρόφευτα, με χαρακιές τρεις στην
Παλαιστίνη που πάλλεται
στ' αριστερά  του στήθους μου
Στο κέντρο της, ερμαφρόδιτη ανυπακοή,
μεγαλώνει διαμέτρους προκειμένων
σε προκυμαίες ερωτευμένες.
Οι κόσμοι συναντώνται στα χείλη,
με ματωμένες γλώσσες γέννας κρυφής
Σε συναντώ με ασυρμάτους κλεμμένους
από το πιο κοντινό αστυνομικό
της προϊστορικής.
Σε θηλάζω Αμάλθεια στον ύπνο μου -
δυο βράδια τώρα βυζαίνω δικό σου νόστο. -
Μεγαλώνω ιππεύς σε νέφη άγρια,
και τινάζω κεραυνούς -
πρέπει να χειμωνιάζει πολύ
για να ΄χει έννοια η ανάσα σου
Η ανάσα μου, στη ζωή σου πανιά
σε κοντάρι κενταύρων.
Και, χιονίζω μετά, που
με αφήνουν οι τοίχοι μου
και ακόμη ανάποδα λόγια ορώ
Κι αποτυπώνω ερμηνείες χρωματισμών,
από φάρους στα χαμένα ωκεανών
Κι εκπνέω μετά στους λόφους σου
γεωμετρικές δίψες λαών παράλληλων
που δεν εξερευνήθηκαν,
με παράλληλες εξορύξεις ευγενών σου.
Το παλίμψηστο εγώ σου
σφαδάζει ηδονή στις χούφτες μου –
στις χούφτες σου οι προκυμαίες μου,
μ’ αριθμητικές φυσικά μεταφυσικές
και βηματισμούς σε ελεύθερη δράση και,
όπως σπάει έν’ αστέρι πέφτοντας στη γη
και τελείες γίνεται  άπειρες
υποσχόμενων πρωινών -;- όμοια σφαδάζω.

Προμηθεύς Πυρφόρος