Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

βιασμένη παραγγελιά


























Καθεστωτικά χρώματα απελπίζουν την ελπίδα
και σημαίνει συναργερμός στην ίριδα της καρδιάς μου.
Αποστεωμένα πρόσωπα μ' ένα στόμα π' αδειάζει
στους στημένους ηγετίσκους.
Ποια στοά γέννησε το νέο εφιάλτη; Αδιάφορο χρωματικό υποσύνολο
της έχιδνας που κυριαρχεί. Γιατί δεν τολμούν ακόμη τα οστά να σφυρίξουν στις θάλασσες;
Γιατί πεινάμε και τρώμε κάλπεις;
Καθεστωτικά χωνιά - θυγατρικές κόλασης, μ' εξουσίες δοτές.
Ανεξουσίαστος έχω να ξεχωρίσω τα νερά - ποια η θάλασσα, ποιο το ποτάμι, κι ο χείμαρρος -;-
Κι όλα τα τέρατα περπατούν πάνω μας, και πάνω μου πονώ.
Ακόμη μια παραγγελιά βιασμένη. Κι ακόμη μια συνέντευξη - πώς θα μας ρίξουν τη χαριστική..! Δεξιά κι αριστερά οι κρόταφοι σφίγγουν. Διάτρητο το κρανίο, να μαρσάρει ο άνεμος.
Και, "είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες", Κατερίνα. Με φαλτσέτα θα ξεχωρίσω τα νερά._

(Ιούλιος 2015)

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

κατοχική πολιορκία
























Πάντως έξω απ' τα σύνορα
θυμωμένα ύδατα, απόψε,
έσκισαν άγαρμπα τους πόρους μου
και το μυαλό μου εκτροχιάστηκε μαζί σου
στο τεθλασμένο είδωλο πεφτάστερης νύχτας
ενώ στο βάθος
την ώρα της ναυμαχίας
η αρμύρα καρφωνόταν στις φλέβες μου
Κι εσύ
άτσαλο βλέμμα
σχημάτισες την πόρτα μου παραδομένη στη φθορά -
μια παλίρροια
και μια ωδίνη
στην τροπή των έσω ορίων
που κρεμούν οι κύκλοι
την ονειροβασία των χειλιών
σε ιστία δίχως πανιά
μόνο με πουλιά που λαλούν εγκόσμια βέλη
και καρέκλες δίχως πλάτη
σε θιάσους κατοχικούς -
παρακατιανές υποθέσεις των θεών
να παγιδεύουν την αθανασία τους
σε παιχνίδι με τη μυστική τους πορεία
στη βάση του θανάτου.
Εκεί
στεκόσουν ανάλαφρη
σαν τρένο που αρνήθηκε τους ταξιδιώτες 
με σπλάχνα καμμένων καιρών.
Μυστική μου πομπή
μου τερματίζεις το τέρμα
κι ανοίγομαι βυθός σου
με χάλκινη μπόρα
στον οίστρο της πολιορκίας σου._

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

σεσημασμένη η πόλη

Εγώ, πάντως, σίγουρα δεν είμαι εκείνη
Η παρουσία μου στάθηκε αδιανόητη,
ανεξερεύνητη, σεσημασμένη εν τέλει -
γι' αυτό το κύμα μου
το έβλεπες τρόμο σου
σπίτι του τρόμου στο αναμφισβήτητο
των κύκλων σου
Ένα σκαμνί αίνιγμα
Μια στριγκιά
Μια κόντρα της φωνής μου
με το σύμπαν -
έκσταση του σύμπαντος
απ' τα αναπνευστικά
να σπάσουν τα δόντια μου
να εκραγεί ο ήχος
στη διάπυρη τρικυμία
των βράχινων ματιών μου
με τα σκαμμένα πισώπλατα
κατηγορητηρίων μου
Άβουλες οι σκέψεις των ανθρώπων
Η χωμάτινη υποταγή τους
το φιλί σου δίχως χείλη
δίχως στόμα και οσμή
άσαρκο λαβώνει πάντα θανατικά
Όμως, είναι βέβαιο,
ο θαλασσινός καβαλάρης
επικυρήχτηκε αλύτρωτα.
Ένα σκαμνί γονατίζει πάντα
την απόχρωση της γης
και η φωλιά,
αχ, εκείνη η φωλιά.. -!- απέναντι
απ' τα τουριστικά μαγαζιά
πήρε να βρέχει
όπως έγερνε η πόλη
σ' ένα όνειρο
σ' ένα στόχο
σε λόγια μεθυσμένου
που ξεχάστηκαν πριν νυχτώσει
Και τη νύχτα έμπασες νερά
...Γι' αυτό εγώ γνωρίζω
του μικρού φονιά._

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

δαγκωμένοι ρόλοι


























κάποτε, σε μια μεγάλη δίκη του κόσμου, όταν την ρώτησαν για τ' όνομά της, δήλωσε τρανταχτά: Μάνα. ..κι ο υπόκοσμος άνοιξε μάτι νυσταλέο στον υπέρκοσμο των ονομάτων, και τα παιδιά γύρεψαν ζέστη στον τάφο τους, κι αποκοιμήθηκαν αλαφρωμένα θυμούς.
είχε πιάσει χειμώνες βαριούς, κι οι σκιές κάπνιζαν σε βροχές σάρκινες - γκαστρωμένες φίδια. ναι, φίδια -!- απ' εκείνα που τα λένε ανίερα και ξερνούν τροφή παιδική - ληγμένη, σαν αποφορά του παρελθόντος, για ένα βυζί - βιτρίνα, και για να καταλάβεις, σαν το σήμερα από το ένα μέχρι το τώρα ετούτης της στιγμής του 21 - δυο χιλιάδες χρόνια καβάλα στ' άλογο, και μπορεί και μάλλον πάντα -, που ΄χουν χηρέψει τα θέατρα από αρτίστες και μόνο φώτα ζαλίζουν τις σκηνές, και μόνο χέρια. μόνο χέρια με δαγκωμένες φυγές. μόνο χέρια ως τους αγκώνες γυρεύουν το ταίρι τους, για να χειροκροτήσουν τις αυλαίες που πέφτουν, σε μια άνοια, κι ένα φυλαχτό παιδικό όνειρο, που κάπου γκρεμίζεται, ας είναι και στα βράχια της πειραϊκής. _

με δίχως αφιέρωση στις μέρες των ρόλων, που σέρνονται πιο κάτω από τα φίδια, κι αν δεν ήταν κούφια η Γη, το χώμα θα μιλούσε μπλε._ και έλα..-!- κόψε κάτι απ' τη συγκίνηση.. -!- δεν το ξέρεις, πως όταν πονάς την αγάπη, η χαριστική σε χτυπάει σ' ανύποπτο, κι ο ρόλος σου ξεπέφτει -;-

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

αμαρτίες νεκρών


































Όταν πέθανε
άρχισε να γαβγίζει το αίμα μου -
συλλαλητήριο στη σιωπή -
Δάγκωσα και το κόκαλο,
για ΄κείνο το θείο κλάμα
που ειρωνεύτηκαν οι αμαρτίες των νεκρών
Μεγάλης Παρασκευής ανάστημα
Κι όταν το "σ' αγαπώ" ανιχνεύτηκε στις φλέβες μου
πριόνισα το αίμα μου
να σε κρύψω για πάντα
μυστική συμφωνία στο μέγαρο της κόλασης
και τα σκυλιά σιωπούσαν.
Απ' τους αγέρωχους ουρανούς
έτρεχε βροχή στα χέρια μου -
παράθυρο στο κενό
που αποδείχτηκε μάταιο
στο λεκτικό σου υπερφίαλο
να μην υπάρχεις, και
γαβγίζω κι εγώ -
το μόνο που μπορώ
να φυλώ τη μνήμη
για να βρίσκεσαι τη νύχτα
στο δάσος
μέρα βροχής σε κέντρο ασπρόμαυρο
και να καπνίζω αποχωρισμό._

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

..λέω._
















το μοναδικό ψέμα είναι η "γνώση", που αιώνες μας παρέχει το άθλιο σύστημα, για να μειώσει το μπόι μας και ν' αυξήσει τη σκλαβιά μας.
..όλα τα άλλα, είναι απόρροιες της μούφας που μας πότισαν.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

" γελάω, μωρό μου..." (στης καρδιάς μου, τη Μαρίνα τη Γκάτσου)


























Αφιερωμένο σε ΄Σένα Μαρίνα, που έφυγες..κι εγώ δεν έμαθα..κι εκεί δεν ήμουν στο σταθμό να σ' αποχαιρετήσω...

...ήρθα αργά...;

"Να γελάς θέλω, ρε μαλάκα!..."
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πώς κλαίει η ψυχή μου...
Άκου πως γελάει κλαίγοντας
Να γελάς θέλω, ρε!!!
Μαλάκα, γέλα!
Γελάω Μαρίνα
κλαίω στην ακροθαλασσιά
Εκεί, μωρό μου,
που σκάει ένα κύμα
και δυό
κι αμέτρητα κύματα
που σκάνε σα χαμόγελο
κάτω απ' τα σκέλια
μιας πουτάνας Αφροδίτης
που πλημμύρισαν με αίμα
και στράγγιξε
πάνω στα μυαλά μας
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πως γελούν
τα ματωμένα μυαλά μας
και πονάω ρε, μαλάκα!
..εγώ - Η Φωτιά Σου, κι ο Αγέρας Σου  - θυμάσαι που μ' έλεγες.. - ; -

Προμηθεύς Πυρφόρος κι Ευαγγελία Πατεράκη - που οι στιγμές με προσπέρασαν..