Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

σύνδεση πρωτόγονη

απόψε, ξημέρωσε, αλλού. έμαθα, να μην κοιμάμαι τα βράδια, γυρεύοντας να μου μιλήσει ένα σκοτάδι, κι ετούτο το βράδυ, μου ξετύλιξε μια Νύχτα μοναδικά φανταστική. ανάμεσα σε υδρόβιες μουσικές και λέπια, μπόρεσα να συλλαβίσω το "Αααααααα" - μακρόσυρτα, μακρόσυρτο μαθητούδι στα μυστήρια που με περιβάλουν. σταθερά, κι υπεύθυνα, δίχως πηγαινέλα, στη ματιά μου. υπεύθυνα βαθιά το βλέμμα να εξηγώ, ακόμη και με σιωπές, τις σιωπές μου ή τ' αναφιλητά, ακόμη και τους κεραυνούς μου. όλα λοιπόν.
σ' αυτόν το γύρο, που κρεμάστηκε αγιάτρευτος φρίκη, σ' αυτόν το συφερτό , που σε κρεμά, δίχως έλεος, μ' έναν του εγωισμό και μια φοβία ανίδεου θεατή / επιφανειακά τα αισθήματά του - έλεγα κάποτε - τώρα, που μίλησα με τη μεγίστη Νύχτα μου, διδάχτηκα το στυγερό καμουτσίκι του: "δεν οίδε. δεν τολμά το σκεύος των ανθρώπων. κι η γυάλα, τους παρέχει μια επιφανειακή προστασία που νομίζουν ζωή".
εύκολα σε κρεμούν, όπως εύκολα σ’ αγαπούν και σε πετούν, για μια γυάλα. μα σαν σαλπάρω στα βαθιά, ίχνος σκοινιού δεν υπάρχει στο λαιμό μου. και βλέπω μύριους τους πνιγμένους - ξεχασμένους χρυσόψαρα σε ιατροδικαστικά μπουκάλια με θαλασσινό νερό, πίσω στην ακτή.

απόψε που ξημέρωσε, με βρήκε η Νύχτα αρμυρισμένο, με λέπια φτερά.
στα βαθιά, οίδα την πηγή των αισθήσεών μου. κρατάω φιλιά. οι ψαράδες συνεχίζουν ακόμη. εγώ συνεχίζω χαράσσοντας, κι ο ύπνος τώρα φλερτάρει με την αντοχή μου. μιλώ γράφοντας., και....πηγαίνω να περπατήσω το Όναρ, που δεν κλίνεται, για να μην πέσει σε γυάλα.

**Απ' τα πιο άγονα μέρη, η διακοπή μου οφείλεται στη μακρινή γραμμή των οριζόντων. κι η πτωτική σύνδεση οχλείται από τις φαινομενικές ανθρώπινες αποστάσεις. πόσο απατούν τα φαινόμενα….!»**

Κάσος, 26/07/2014 - ελεεινός ο Μήνας Ποίηση, κι άδικα φθονερός ο χρόνος του Κρόνου Αίμα.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

μολύβια υγρά

δεν επιστρέφω. παρεκτρέπομαι, σ' έναν άκοσμο κόσμο. γιατί ο τρόπος μου, δε στήνει πτώσεις στο Όναρ.
έχω πολλούς παραδείσους να βυθίσω, για να χτίσω δικιά μου πύλη στην κόλαση του αέναου. από μια κόλαση αναγεννάται η φλόγα η ιερή. ...έτσι, όσο κι αν με κρίνουν, τη μέρα της κρίσης, θα αναμένω εμπροσθοφυλακή, με το μολύβι μου, και θα κοιτάω, στα μάτια πάντα, τους επικριτές μου. πάντα το βλέμμα μου βυθίζεται σε άβατα και γδύνει παλμούς. έτσι ο Έρωτας, παύει να μένει πήδημα, και πιάνει ουρανούς, σε ύδωρ κι αρμύρα.
δεν έρχομαι λοιπόν. παρεκτρέπομαι άγρυπνα, σε συναρπαστικά ταξίδια, που μοναχά οι καταραμένοι, κι ας δείχνουν λασπωμένοι, ποιούν.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

της μέρας τα καμώματα



Τυμβωρύχοι σκώληκες ντύνονται δόξα ταφική / βράδια στην άβυσσο. / Τα πρωινά
διακηρύττουν απαγγελίες και φώτα βροντούντων νεκρών. / Το μεσημέρι  του ήλιου αποξηραίνονται ./ Πατημένο άδειο το
έργο της ζωής τους / στις περιπολίες ποζάρουν οι νεκροί των μακρινών ταξιδιών /
κι οι φίλοι ξεντύνονται - / - τέλειωσαν τα καρναβάλια. /Κι όσο για τις αγάπες
-;- / οι ερωμένες αφιερώνονται στο κλάμα της χηρείας τους, / ή στα πρωτοσέλιδα
της φιλικότητάς τους - / χάραμα λιποθυμίας, πριν το κοκόρισμα / στις στέγες των
φούμαρων. / Φούμαρα κόσμος, που κληρώθηκε / να ζουν οι φωτισμένοι, / σε φουγάρα
τάλαρου να ρίξουν «χι». / Κι οι εκδότες θησαυρίζουν - / ιερόσυλοι μαφιόζοι, /
που επικαλούνται τις Βάκχες - / - ψηφιακά να μονιάσουν με τα τέρατα. / Θεατρικά
ανορθογραφώ, / σ’ έναν επικείμενο σεισμό, / την αποκάλυψή  μου. / Μόνος. Δίχως γαλάζιο ξενέρωτο. Μαύρος,
μ’ οργή. /

«Φωτογράφιζε Εσύ! Έχει τα κέφια του ο λόγος των αποκαλύψεων.»

**αφιερωμένο στις ...μεγάλες α(να)(πο)καλύψεις**



να τ' ακούς



Αρχιτεκτονικός σφυγμός καταβυθίστηκε
από δηλώσεις βαρυσήμαντες λατρείας –
δηλώσεις θνητών, σε στιγμιαίο θάνατο,
κι ακαριαίο φιλί στο σταυρό κατευθείαν –
ό,τι αρπάξει να νομίζει και
να τάζει ταξίδια πειρατικά.
Κι από τότε στα σπίτια, φωνάζω «όχι!»,
στις αναγνωριστικές αποβάθρες των ζωντανών
στις προδομένες ματιές των μηνυμάτων, 
- «όχι, όχι!» -
των ενοχλητικών εντόμων – 
στιγμή βράδυ πεθάναμε κι οι δυο –
εγώ με μια ζωή, κι εσύ με λόγια παχιά -
κι ακόμη ζωγραφίζουμε.
Ενταφιασμένοι νοσηλευόμαστε –
επί πληρωμή ο καιρός –
λιβάνια απαρχαιωμένα – δυο
χιλιάδων ετών και κάτι
σα φιλοδώρημα  - τσόντα σε προγονικό νυφικό –
Ανεκπλήρωτα πρωινά υποσχέσεων
Εσύ που έσπερνες τα πλείστα τενεκέ
σε σεντόνι που κατέρρευσε αφυδατωμένο
κι ας αποθηκεύσαμε περιοδικά της Τέχνης
σε στεγνωτήριο οικόσιτο, να σέρνεις ώρες στραβές.
Μια καριόλα βροχή μπορώ να χτίζω
και να πλανεύομαι. Να με ξηλώνω ακόμη
σε τοίχο επιζώντα, σε μύριους γάμους
και μια κηδεία επιφυλακής,
με, γλώσσα τεράστια π’ απαγκιστρώνεται
από τη γλίτσα της εποχής.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

βρώμικα φιλιά



αποστάσεις κινδύνου
σε έξοδο αναπνοής
με φιλί θανάτου
πληρωμένης ζωής.

/ οι άγιοι παλαβώνουν, και τα μυστικά φάνηκαν ανάξια περιεχόμενα των  ιερών τους γραφών /


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

δυαδικό μονοπάτι

η φωτογραφία ανήκει στην Αιμιλία Ιωαννίδου


απλώνω τη
σελήνη μου στο στήθος σου - / όαση να ‘χουν οι πτυχές σου. / λιωμένες τέμπερες
– / αδειασμένα μάτια τα μάτια μου / στη λεύκα της αυλής σου. / στη σκιά σου, / σκιά
μου, τ’ αλάρμ αναμμένα προσμονή. / φορώ κορμιά – σάρκες βαγονιών. / ξεφλουδίζομαι
αστραπή. / για σένα στο / σπάραγμα του επόμενου / δευτερολέπτου διαρκείας. / σημαίνει
εμπύρου, / απείρου εμπύρετου δευτερολέπτου / με δίψα αλόγου, / να βρει τον
καβαλάρη του. / νηστικά απομεσήμερα / φορτώνουν με οίστρο. / φορτώνω αγρύπνια. /
λιτανείες νυχτιάτικες πάλι / σαν πριν στο τώρα του αύριο. / πίνω ιχώρ / με
ξεκάλτσωτες αλήτισσες στιγμές –  / - ιέρειες
του περιπάτου μας – / μυστικού σε δυαδική οδό των εγκάτων – / εκεί που
κοχλάζουν οι φλόγες / κι αποκαλύπτουν. /
πάντα βυζαίνοντας / εγώ / θηλές λερωμένες κλάμα - / είναι που άρμεξα
λυγμούς / κι έγιν’ αρμύρα. / κι εσύ / σε βάθος πίνακα – κάποιου Μονέ. / το έχω
στενάξει το μεσημέρι ολάκερο. / το πρωί το γεύτηκα ύδωρ. / τα βράδια μου,
σφραγίζω κλειδιά / με τ’ άρωμα νιογέννητου / ερμαφρόδιτου φιλιού. / μια γκαζιά
στο λοιπόν, / σαν παιχνίδι αρχέγονης θεάς, / με θεό τρικυμία. / ένα κοντάρι
λυμένο χειρόφρενο, / και ταχύτητες όλες. /σαν έτσι που γεννήθηκα να σε
προσμένω, / ο αγέρας μου ποθεί / και σου μιλά φλύαρα ξεπορτίσματα . / γκρεμίζω
το πνιγηρό της πόλης, / κι ας με παραμονεύουν οι ασφαλίτες, / πετώ σ’ άστεγα
αρχοντικά μαζί σου. / δε μας πιάνουν μάτια μου τα φρικιά. / ερχόμαστε από
τρίαινα πατρίδα. /φέρουμε διαβατάρικα πουλιά. / ο ύπνος μας, / στον ύπνο σου, /
στο δικό μου ύπνο, σε ΄μας /  – το αίμα
μας δυο δειλινά σε ένα - / ολόγιομος βωμός ∙ το κρεβάτι μας. /  ένα ταξίδι αχόρταγο η κλίνη μας, /  κι ο πίνακας στο βάθος. /  απόψε ο Μέγας Ζων Γράφει σε ΄μας.  / οι φωτισμένοι θλιβεροί σφυρίζουν μάγκικους
σκοπούς, /  κι η φυσαρμόνικα σε μινόρε
αυγής, στο μπαλκόνι μου. / Μας ακούν οι Δάσκαλοι απόψε. Στο μπαλκόνι μας η Γένεση.

δικό μας



Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

δυο γλώσσες πνοή

η φωτογραφία ανήκει στην Αιμιλία Ιωαννίδου


Ένας εσταυρωμένος συρμός
ξενυχτάει προαστιακός,
περιφρουρώντας κέντρο οδυρμού.
Η φωτιά αναμοχλεύεται - αδικημένο
κορίτσι,
που τραγούδησε συριγμό,
να μην κλάψει και
δακρύσει τα πυρωμένα πόδια
«μάγισσας» έφηβης
στον πάσαλο του μαρτυρίου –
/ να μη λιγοψυχήσουν οι γραφές,
και καταστεί αδύνατη η
εκσπερμάτωση της ανάβασης /
Πώς θα μπορέσει ο Έρωτας αλλιώς
να μείνει χνωτισμένος -;-
Πώς θα στεριώσουν δυο γλώσσες
ένα βουνό ιερό -;-
Προσκυνητές άλλου κόσμου
χλιμιντρίζουν ζωντανοί
στους νεκρούς που αρνήθηκαν ν’
αναστηθούν
Κι εγώ μένω  θησείο –
καρφωμένη αγκαλιά,
δίχως να μαρτυράω το μυστικό ∙
ο γρίφος είναι πάντα λυμένος, μα
λύσε εσύ το γρίφο που σου δόθηκε.
Τα δειλινά γνωρίζεις
ότι νικήθηκαν από μια μοναξιά,
και μια εικονική παρέλαση ασκητών
στα βάθη των θαλασσών μας -;-
αποθήκες πολύτιμων λίθων
οι πειραματικές ασκήσεις μας
από φωτιά, δάκρυ και πάσαλο ∙
θα μάθεις κάποτε πως ξεγελούν τα
χρώματα
και πως στενάζουν οι κραυγές
μέσα σε ανυπόφορες σιωπές
υποταγμένων.
Μας ξεγελούν τα χρώματα
Μόνο οι θάλασσες σ’ ακολουθούν,
χειμώνα σε αντάρα.

αφιερωμένο